οἰκοδεσπότης

ὁ οἰκοδεσπότης, ου ≃ домохозяин; глава дома (οἰ. + δεσπότης)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "οἰκοδεσπότης" в других словарях:

  • οἰκοδεσπότης — master masc nom sg οἰκοδεσποτέω to be master of a house imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οικοδεσπότης — ο (Α οἰκοδεσπότης) ο αρχηγός τής οικογένειας, ο κύριος τού σπιτιού, ο νοικοκύρης αρχ. 1. ντόπιος κυβερνήτης 2. ο πλανήτης που επικρατεί κάθε φορά στον ζωδιακό κύκλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶκος + δεσπότης] …   Dictionary of Greek

  • οικοδεσπότης — [икодэспотис] ουσ. а. домохозяин …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • οικοδεσπότης — ο θηλ. οικοδέσποινα 1. ο αρχηγός της οικογένειας, ο κύριος του σπιτιού. 2. ιδιοκτήτης του σπιτιού, σπιτονοικοκύρης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οἰκοδεσπόται — οἰκοδεσπότης master masc nom/voc pl οἰκοδεσπότᾱͅ , οἰκοδεσπότης master masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκοδεσποτῶν — οἰκοδεσπότης master masc gen pl οἰκοδεσποτέω to be master of a house pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκοδεσπόταις — οἰκοδεσπότης master masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκοδεσπότην — οἰκοδεσπότης master masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκοδεσπότου — οἰκοδεσπότης master masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκοδεσπότῃ — οἰκοδεσπότης master masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότης — Ο κύριος του οίκου, ο οικοδεσπότης, ο αφέντης, ο απόλυτος κύριος και συνεκδοχικά ο βασιλιάς, ο τύραννος· επίσης ο επίσκοπος: «τον δεσπότην και αρχιερέα ημών Κύριε φύλαττε εις πολλά έτη». Στην αρχαιότητα, ο όρος αναφερόταν στον κύριο του σπιτιού,… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.